Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „habil.“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

habil.

habil. Abk von συντομογραφία: habilitiert

Βλέπε και: habilitiert

habilitiert ΕΠΊΘ ΠΑΝΕΠ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Γερμανικά
2010 habilitierte er als Dr. habil.
de.wikipedia.org
Es folgte unmittelbar die Habilitation (Habil.: Weitsprung-Analyse: Modell und Ergebnisse einer multivariablen Analyse kinemat.
de.wikipedia.org
Zurzeit sind folgende staatlich anerkannte Abschlüsse möglich: Bachelor, Master, Diplom, Dr., Dr. habil.
de.wikipedia.org
1997, Gödöllő, Habilitation zum Dr. habil.
de.wikipedia.org
Er graduierte mit dem Diplom und dem Dr. habil.
de.wikipedia.org
Ein eigener akademischer Grad wird durch die Habilitation nicht erworben, jedoch kann der Doktortitel nun oft um den Zusatz habil.
de.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "habil." σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский