Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „Anknüpfungsgrund“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Anknüpfungsgrund <-(e)s, -gründe> SUBST αρσ ΝΟΜ

Anknüpfungsgrund

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "Anknüpfungsgrund" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский